ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Το λάβημα ή λάβισμαν: Η ασθένεια του σεληνιασμού και οι μέθοδοι αντιμετώπισής της από τους Κυπρίους


Εν Κύπρο υπάρχει το ακούμενον λάβημα ή να λάβη ή έλαβε το καλόν μωρόν ή και ο άνθρωπος, όπερ είνε νευρική τις ασθένεια, ην άπαξ άπαντες οι εν τη νήσω άνθρωποι φρονούσιν ότι πρέπει να διέλθωσιν, είτε εν τη παιδική ηλικία, είτε και μετά ταύτα κατά τον βίον μέχρι της τελευσής των.
Όταν λάβη το καλόν του το μωρόν, εάν τύχη να ήνε η μήτηρ του παρούσα ουδόλως το αγγίζει· διότι κατά παραδεδεγμένην παρ' αυτοίς πρόληψιν, όπου αυτή το εγγίση, το μέρος εκείνο του παιδός ή θα παραλύση ή θα ξηρανθεί.
Μερά δε το λάβημα επί τρεις ημέρες καθιστώσιν οι συγγενείς του το μωρόν αθέατον εις πάντα μη ευρεθέντα εκεί κατά την στιγμήν της ασθενείας του υπό του φόβου, ίνα μη το δη γυνή εν ακαθαρσίαις ευρισκόμενη ή άνθρωπος ακάθαρτος. κατά το διάστημα τούτο αναγινώσκουσιν απ' αυτού Τετραυάγγελον ήτοι τα τέσσερα Ευαγγέλια, και ταύτην μόνην την πρόνοιαν διά δια την τοιαύτην ασθένειαν αυτού λαμβάνουσιν.
Αν δε το λάβημα απαναληφθή δευτέραν ή και περισσοτέρας φοράς, τότε λέγεται άσχημη αρρώστια, ήτοι το λάωμα (= ιερά νόσος, αρχ. σεληνιασμός κοιν.), και τότε πάλιν καταφεύγουσι πρώτα εις τα διαβαστικά ήτοι εις διαβάσματα των ιερέων, έπειτα εις τα μαγικά ήτοι εις τα μαγείας και επί τέλους εις κανένα εν ταις πέριξ κώμαις ευρισκόμενον εμπειρικόν ιατρόν ή εις τινα γραίαν, την γιάστρισσαν επαγγελλομένην.
Όταν δ' άπαντα ταύτα αποτύχωσιν, άρχονται τα ταξίματα του πάσχοντος εις διαφόρους αγίους, και επί τέλους το σκλάβωμα αυτού εις τον νομιζόμενον άγιόν του, επλίζοντες ότι οι άγιοι, εις ους ετάχθη, είτε ο άγιος, εις ον εσκλαβώθη, ότι θα τον τον ρίψωσι ψυχάριν ήτοι θα σεληνιασθή ενώπιον της εικόνος του, μεθ' ο ξεράσας τέρας τι όμοιον προς κά(β)ουρον ή πολύποδα ή ιχθύν ή άλλο τι θα περαπευθή.
Το δε ξερασθέν τέρας, όπερ θεωρείται ως ενοχλούν τον πάσχοντα (διάβολος ή στοιχείο) πρέπει αμέσως όλως διόλου να καή και να σκορπισθή η στάκτη του εις τον αέρα, ίνα μη επανέλθη εντός αυτού, μεθ' ο η ίασις θεωρείται βεβαία και αναπόφευκτος, ότι  και τα αναθήματα πολλαπλασιάζονται.
Τα δε ταξίματα γίνονται ούτως ενώπιον της εικόνος του αγίου· ο πάσχων ή ο πλησιέστερος συγγενής του ιστάμενος λέγει τοιαύτα τινά «Άγιε Παντελεήμονα και γιάτρεψέ με και να 'ρτω να ππέσω ψυχάριν εις την χάριν σου» ή «Άϊ Γιώρκη μου και γιάτρεψε το παιδί μου και να σου φέρω μιαν λαμπάδα του ίσιου του», ή «να δήσω ένα ζευκάριν βούδκια (βώδια) στα γρικέλλια της πόρτας σου» ή «πόσπασέ το Κυρία μου, 'πο τούτον το κακόν και νά 'ρτω παρπατητή ή ξηπόλυτη ή γονατιστή να τον φέρω να σε προσκυνήση».
Τοσαύτη δε η συρροή τοιούτων και άλλων ασθενών γίνεται κατά τις πανηγύρεις των ιατρών θεωρούμενων αγίων και ιδίως του Αγίου Παντελεήμονος, ώστ΄επεκράτησε να λέγεται και η ακόλουθος παροιμία «Κουτσοί στρα(β)οί στον Άγιον Παντελεήμονα».
 
Αθανάσιος Σακελλάριος, Τα κυπριακά, τόμος Α', Αθήνα, 1890


Η φοβερά νόσος του σεληνιασμού θεωρείται αναποσπάστως συνδεδεμένη με την ζωήν του ανθρώπου. Καλούσιν αυτή λάωμαν ή λάβισμαν και κατ' ευφημισμόν το Καλόν ή το α(δ)ερφικόν. Νομίζουσι δε, ότι έκαστος άνθρωπος θα προσβληθή υπ' αυτής αφάπαξ ή κατά την νηπιακήν  ηλικίαν ή κατά τας τελευταίας στιγμάς του. Ήκουσα παρά τινος χωρικής εν Επισκοπή 1911, ότι προσβάλλεται και κατ΄αυτή την γέννησίν του. Το βρέφος γεννάται πομαυρισμένον «πομαυρισμένον» και δεν κλαυθμηρίζει. Αι μαΐαι οννοούσιν ότι έπαθε το καλόν του και το αφίνουσι απεριποίητον, μέρχις ότου παρέλθη η δήναμις του παροξισμού.
Ημέρας τινάς προ της προσβολής το παιδίον φαίνεται πολύ αδιάθετον· άμα τη προσβολή η μήτηρ, αν τύχη κρατούσα αυτό εις τας αγκάλας της αφείλει να το αφήση ήρεμα κατά γης και να προσέξη μήπως το εγγίση με τας χείρας της, διότι, αν συνβή το τοιούτο εξ άπαντος το παιδίον θα κουτσωθή κατά τας χείρας ή τας πόδας. Ευθύς δε παρά την κεφαλήν του σεληνιασθέντος, οσάκις ούτος κείται κατά γης, ή υπ' αυτήν, αν είχεν προσβληθή επί κλίνης, εμπήγουσιν εις την γην «μαχαίριν τρικάρφιν, μαυρομάνικον». Είτα εξάγοντες τούτο ανασκάπτουσι το έδαφος, όπου πρότερον ήτο εμπεπηγμένον και ευρίσκουσι τρία ανημμένα «καρβουνούδκια» τα όποια διαλύοντες εις ύδωρ ποτίζουσι τον πάσχοντα. Εκ της ταχείας ορύξεως των καρβουνουδκιών εξαρτάται αν θα ευρεθούν εσβεσμένα ή αφτούμενα (ανημμένα). 
Αφού ποτίσωσι τον πάσχοντα την διάλυσιν, ο οποία φέρει ωφέλειαν, κατόπιν η μήτηρ αυτού αφαιρέσασα το εσώβρακόν της «δκιασσελλά» (διασκελίζει) πρις αυτόν επιλέγουσα εις έκαστον «δκιασσέλλισμαν» (διασκελισμόν), «μιάν φοράν σε γέννησα, μιάν φοράν να το πάθης».
Επειδή η νόσος αυτή θεωρείται δαιμονική, δια τούτο προσφεύγουσι και εις την θείαν αντίληψιν· πέριξ του πάσχοντος θέτουσι μικράς εικόνας της Παναγίας, των τεσσάρων Ευαγγελίων και διάφορων  άλλων αγίων προς περιφρούρησιν από πάσης του πονηρού επηρείας. Αμέσως δε την επαύριον στέλουσιν, ως εν Λεμεσώ, στέλλουσιν εις τον «Άϊ Λουκά» του Κολοσσιού (ονομ. το Κολόσσι) «λουτουρκάν» δια να τελεσθή επ' ονόματι του πάσχοντος η Θεία Μυσταγωγία εν τω ναώ του Ευαγγελιστού, του οποίου η χάρις θεωρείται υπό των Κυπρίων, ως αποδιώκουσα τα πονηρά πνεύματα.

Ξενοφών Π. Φαρμακίδης «Άπαντα» εν Λευκωσία, 1926


Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Κύπρος: Το σκλάβωμα των άρρωστων παιδιών στις Μονές από τους γονείς τους κατά τη εορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου

 Κατά την ημέρα της γιορτής της Γεννήσεως της Θεοτόκου ( 8 Σεπτεμβρίου) στη Κύπρο παλαιότερα οι γονείς που είχαν παιδιά που έπασχαν από κάποια αρρώστια (συνήθως λάβημα = λάωμα), τα σκλάβωναν, δηλαδή, όριζαν πόσο καιρό να εργαστούν δωρεάν τα παιδιά τους σε κάποια Μονή. Όταν αρρωστούσαν τα παιδιά μιας οικογένειας, οι γονείς τα πολούσαν και τα σκλάβωναν σε μια Μονή. Γι' αυτό έπερναν το παιδί σε κάποιο προσκύνημα, ιδιαίτερα στις Μονές Κύκκου, Μαχαιρά, Τροοδίτισσας και Χρυσορρογιάτισσας, και εκεί φώναζαν και διαλαλούσαν ότι έχουν «ένα παιδί της πούλησης». Μερικοί από τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν περί τίνος πρόκειται, πλεοδοτούσαν, και το παιδί παραδιδόταν στον τελευταίο πλαιοδότη, και αυτό γινόταν για να «αλλάξουν τα στοισειά (στοιχειά)» διότι δεν συμφονούσαν «τα στοισειά τους γονιούς» με αυτά του παιδιού. Μετά έμπεναν μέσα στην εκκλησία «σκλάβωναν» το παιδί, βάζοντάς στο λαιμό του ένα μεταλλικό κρίκο σαν ένδειξη της υποδουλώσεως του, κατά κάποιο τρόπο, και το «έτασσαν» να δουλεύσει 2-3 χρόνια ως σκλάβος στην Παναγία ή στον άγιο στον οποίο είχαν ταχθεί. Όταν το παιδί μεγάλωνε, έπρεπε να εκτελέσει το τάξιμό του ή να πάει να ξεσκλαβωθεί. Αν το σκλαβωμένο παιδί ήταν κορίτσι, πίστυευαν ότι δεν «βρίσκει γαμπρόν» αν δεν ξεσκλαβωθεί. Γι' αυτό πήγαινε στην εκκλησία στην οποία είχε ταχθεί, και εκεί της έβαζαν και πάλυ το κρίκο στο λαιμό, ο οποίος αφαιρείτο μετά την ανάγνωση σχετικών ευχών από τον ιερέα αφού προηγουμένως, εννοείται, είχε πληρωθεί ένα οιονδήποτε ποσό για την εξαγορά της απελευθερώσεως του σκλάβου και αφού επίσης δινόνταν και κάτι άλλο συγχρόνως -συνήθως μαγειρικό σκεύος- το οποίο θα δούλευε στη θέση του.

Πηγές


Κωνσταντίνος Γ. Γιαγκουλής

Κυπριακά Ήθη και Έθιμα
Λευκωσία, 2008

ΑΘανάσιος Σακελλάριος 

Τα κυπριακά, τόμος Α'
Αθήνα, 1890

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Διενής : Έτερα Κυπριακή Παραλλαγή


Πάνω 'ς βουνίν, κατώ 'ς βουνίν, κάτω δευτερογούνιν,
τζει πάνω ήτουν άρκοντες τραπεζοκαθισμένοι.
Χάροντας μαύρα φόρησεν, μαύρα καβαλλιτζεύκει,
μαύρον σπαθίν εζώστηκεν, στους άρκοντες τζιαί πάει.
Από τον δουν οι άρκοντες επροσηκώθηκάν του·
- Καλώς ήρτεν ο Χάροντας να φα' να πκη μιτά μας,
να φάη άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκη γλυκόποτο κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοάτ' ο Χάροντας τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Έν ήρτα γιώ ο Χάροντας να φα', να πκιώ μιτά σας,
να φάω άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκιώ γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρτα γιώ ο Χάροντας τον κάλλιον σας να πάρω.
Τζιαί πολοούντ' οι άρκοντες του Χάροντα τζιαί λέουν·
- Παρακαλούμεν Χάροντα πκοιός ένι ο καλός μας;
Τζιαί πολοάτ' ο Χόροντας τους άρκοντες τζιαί λέει:
- 'Εναν κοντόν κοντούλλικον τζιαί χαμηλοβρακάτον,
κάτω η σέλλα χώννει τον, πάνω ξηκουρτουλλά τον,
ένι τζ' αναρκοδόντικον τζιαί μαυρομουστακάτον.
Απού τ' ακούει Διενής επροσηκώθηκέν του.
- Ά! Θκεός σ' αφίννω Χάροντα, να πάμε στην παλλιώστραν,
αν με νιτζιήσης, Χάροντα να πάρεις την ψυσιήν μου.
Σιερκές-σιερκές επκιάσασιν τζιαί πάσιν στην παλλιώστραν.
Τζιαί τζείνοι επαλλιώννασιν τρία ημερονύχτιά.
Τζεί πο' πκιάννεν ο Διενής τα κόκκαλα ελιούσαν,
τζεί πο' πκιάννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν.
Τζεί πο' νωσεν ο Χάροντας ο Διενής νικά τον,
επολοήθην τζιαί λαλεί τζιαί λέει τζιαί λαλεί του·
-Τζιαί χάμνα-χάμνα, Διενή, για να ξαναπκιαστούμεν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν στους ουρανούς εξέην.
- Δοξάζω σε καλέ Θεέ, που 'σαι στα ψιλωμένα,
την δύναμιν που έδωκες τζ' ενίτζησέν μ' εμέναν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν πάνω στην τζεφαλήν του,
τζ' έσγαφφεν με τα νύσια του να βκάλη την ψυσιήν του.
Τζιαί πολοάται ο Διενής του Χάροντα τζιαί λέει:
- Κατέβα που την τζεφαλήν τζιαί πκιάσ' με που το σσέριν
τζιαί δείξε μου την τέντα σου να πά' να μπούμεν μέσα.
Τζιαί πολοάται ο Χάροντας του Διενή τζιαί λέει:
- Όταν την δης την τέντα μου να κουτσαροθυμήσης,
αππέξω τέντα πράσινη, αππέσσω τέντα μαύρη,
τζι' αππέσσω τα τεντόξυλα ένι ματζελλωμένα.
Ο Διενής ψυχομασσιεί τζιαί τρέμει το παλάτιν,
χαρκωματένον πάπλωμαν τζιαί προύντζενον κρεβάττιν.
Αππεξωθκιόν εστέκασιν τρακόσσιοι δκυό νομάτοι,
τζι' ακόμα εφοούντον τον, να παν' να μπούσιν έσσω.
Ένας που τους παρκατώττερους, τέλεια που τους παρκάτους,
άνοιξεν τζ' ενέηκεν τζ' έκατσεν κοντά του.
Τζι' επολοήθην ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Καλώς ήρταν οι φίλοι μας να φαν' να πκιούν μιτά μου
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοούντ' οι φίλοι του τζιαί λέουν τζιαί λαλούν του:
- Εν ήρτασιν οι φίλοι σου να φαν' να πκιούν μιτά σου,
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρταμεν οι φίλοι σου να πης τες αντρεικές σου,
αν ίχως τζιαί πεθάνης, νά έχουμεν τες ξηές σου.
Τζι' επολοήθ' ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
-Κάτσετε τρώτε άρκοντες τζ' εγιώ να εξηούμαι·
Κάτω στο όρος των ορών, τον αρκοκαλαμιώναν,
φίδιν εφανερώθηκεν που μέσ' τον καλαμιώναν,
έγυρεν τζ' εσσαΐττεψεν δεκαοχτώ καμάρες,
έδειξεν τζι' εφανέρωσεν τριάντα τζεφαλάδες·
τζείνον εγιώ το έκαμα αφέλλια στο τηάνιν.
Εφτά βουρκούδκια γέμωσα ούλλον μούττες τζιαί γλώσσες,
οι μούττες εν τους δράκοντες, οι γλώσσες εν τους λιόντες.
Άησ' το που διψώ εγιώ, εδίψασεν τζ' ο μάυρος,
εις τον Αβρίτην ποταμόν Σαρατζηνός ηστέκει.
Στέκουμαι, συλλοΐζουμαι πώς να τον σσαιρετήσω·
εάν του πω, Σαρατζηνέ, εν αντροπή δική μου,
εάν του πω αφέντη μου, εν αντροπή δική του·
άτ' ας τον σσαιρετήσουμε σγιόν πρέπει, σγοιόν τερκάζει.
Γειά σου, γειά σου Σαρατζηνέ, φως τους αντρεικωμένους.
- Καλώς, ήρτεν ο Διενής, το γέλιος τους αθθρώπους.
Ο Διενής καλολοά, τζείνος ξυλιές τον λάμνει.
Τζεί 'πο 'νωσεν ο Διενής, κάτι πικρά θυμώθην.
Τζιαί σούζει το μανίτζιν τζιαί ππέφτει το ραβτάτζιν,
τρεις πιθαμάες σίερον ξύλον όσον εκράτει,
μιάν ττόππουζιά του έδωκεν τζεί πάνω πον' οι νώμοι,
τζ' εξέηκεν η ττοππουζιά, εξηνταπέντε μίλια.
Τρώαν τζ' επίνναν άρκοντες τζ' εππέσαν τα ποτήρκα.
Πολοηθήκαν άρκοντες τζιαί τζα χαμαί που ήταν:
Κάπου στραφτεί, καπού βροντά, κάπου χαλάζι ρίβκει,
κάπου ο Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση.
Επολοήθην ο Θεός που τζεί χαμαί που ήταν.
Μήτε στραφτεί, μήτε βροντά, μήτε χαλάζι ρίβκει,
μίτε Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση·
εν' ττοππουτζιά του Διενή τζι' εξέην τόσον κόσμον.
Τζιαί πολοΰνται άρκοντες που τζει χαμαί που ήταν:
Χαράς τον που την έδωκεν, αλλί τον που την έφαν.
Τζι' ο λόος εν επόσωσεν, μήτε η ομιλία
τζιαί νάσου τον Σαρατζινόν του κάμπου τζι' αναιφαίνει.
Τζει πάνω πον' οι νώμοι του νερόμυλοι γυρίζαν,
πάνω στην τζεφαλλούλαν του περτίτζια κακκαρίζαν
πάνω εις τες μασκάλες του σσύλλοι λαόν βουρούσαν,
πάνω εις τες ραχούλλες του ζευκάρκα αλωνεύκαν
τζεί μέσα στα ρουθούνια του, ζευκάρκα ξησταυλίζαν.

Εν Άγιω Θεόδωρω (Καρπασίας) 1 Αυγ. 1918
Αγαθάγγελος Χ'' Γεώρκι, ετών 45, γεωργός, αγράμματος
Από το βιβλίο που Ξενοφών Π. Φαρμακίδη «Κύπρια Έπη» εν Λευκωσία, 1926
Μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο διαδύκτιο από NOCTOC, 5.09. 2017


Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Τα Τζιόνενα: Κυπριακή Ποιητική Συλλογή της Τζένης Κωνσταντινίδη


Τα Τζιόνενα

Δαμαί ν΄η στράτα του τζιονιού, της τζιόνενης της βρύσης.
Δίκλα, δκιαβάτη, να την δεις΄ δαρκολοά τζιαι στάσσει.
Η δαμνολιά ισιάζει την το δείλις αντηλάριν.
Ισιάζει με τζ’ εμένα που εσιέπασεν το τζιόνιν.

Δακάτω δά βραμός του Χάρου ένι τζιαί μετόσσιν.
Πεζεύκουσιν με τ' αστανιόν τζιαί δίκουροι δκιαβαίνουν.
Με χάραμαν του φου θωρούν, με καρτερούν ξηφώτιν.

Εν η ζωή αντίδερον, κατακλαστόν πεντάρτιν.
Ο πάνου κόσμος εν ολόκοπον ψουμίν τζιαί νάμαν
να πίννεις δρόσον το πρωίν, γλυκόπκιοτον το γέρμαν.
Την πλάσην ούλλην να θωρείς τζιαί Πλάστην να δοξάζεις.
Χαρούσιμη εν η θωρκά απού' σσει καταλιάιν.

Δίκλα να δεις ατρύητον το φως πον' αγιοφόριν.
Μέλλιμον εν μερώννει την ψυσσιήν τζιαί μακκωμένην;
Δίκλα τζ' αγκάδκιασε αβκήν του φου πόν' να λαμνίσει.
Αντάν να γείρει του βουνού, του κάμπου ν' ανεφάνει
θαρκέσαι πως ελούρισεν που πανωδκιόν θεότη
θαρκέσαι τζείνην την ραήν του κόσμου πως θυρώννει.

Στο ξήστρατον που ρέσσεις του τζιονιού, στην καντουνάδαν
δεντρόν αθθάτον μπλάστηκεν τζιαί κόψε αμασκάλην.
Τζ' εμένα δίκλησε να δεις εις το τζηπίν του Χάρου
π' σύρνουν μούττην τα δεντρά ποττέ, με παραρίζιν
παρά στοιβάζει ο τζαιρός παντές μιλλοψιχάιν.

Τα κάλλη σου εφέγγαν μου τζι' εδκιάβαινα την στράταν.
Δαμαί το τζιόνιν φέγγει μου, η τζιόνενη η βρύση.
Ανέφανε δειλίνιασμαν που δροσινίσκει τέλεια
νηλιού το φως που θώρηννα να φέρεις τζιαί ξηφώτιν.

Ανέν δοξιώτης ο τζαιρός, αρπαουνιάρης Χάρος
τζι' εβάωσεν τες μέρες μου κάτω στην Αλησμόνην
εν λησμονιέται της ψυσσιής αθθύμηση τζιαί γνώση.

Ασύντυχον τζιαί μανιχόν το τζιόνιν πάντα στέκει.
Μεσόν της κλυνιμιάς στέκει το καταρώτημάν του.
Με ξηντηλά την φώτην πανωδκιόν με καταλυεί την
μα ξηφανέρωτον το φως περίτου πκιόν δασκεύκει.

Ασύντυχον, μονάτζιν του το τζιόνιν πάντα στέκει.
Παραστατός της λύπης ένι, ξηστείασμα χαράς.
Την ανοδκιάν σωρεύκει την π' ανώρας τζιαί την πίκραν.
Περίλειπον το τζιόνιν μνείσκει όποθθεν τζι' αν το δεις.

Εν η ζωή αγλήορη, περατιτζή τζιαί ξένη.
Πικραθασσιά πως ήτουν σε ποταμωσσιά το δείλις
να πεις πως ήτουν όρομαν, τζ' εδίκλησες να την δεις.

Ποταμοσσιά π' αθκιείς λοής-λογιών αθθούς τζιαί κλώνους
τζιαί το βουνόν ραντίζεις το με μυρωδκιές βριμήδιν
τον δύμνιον τον Λωρόβουνον να μου ποσσαιρετήσεις
πον' το λουλάτζιν γιώρκιν του τζι' η παλληκαροσύνη.

Εν η ζωή αγλήορη, μια σταλαμή τζιαί ξένη.
Είμαστιν σταλαμή στο φως, εν τζείνο που μας λάμνει.
Σγιάν τ΄αερούδιν που φυσά ομπρόθυρα το πωρνόν
τζιαί γέρμαν πκιόν επόστρεψεν στην γην την γερκωμένη
μιαν αμμαδκιάν εξήφεξεν τζινούρκο φως της μέρας
τζι' επύσκασεν πηθαύριον περίλυπον συγράδιν.

Τα τζύμματα της θάλασσας κηντίλησεν κανένας;
μερονυχτού ποσώννουνται τζιαί παν να βρουν τον Πλάστην.
Ξηφώτιν τζιαί μολύβωμαν για πάντα μολοούσιν.
Αμμά το μιαλλύττερον κακόν να μολοούσαν
μιαν Αλυτζή αφέγγιστη, στειάδιν εν του Άδη.

Αννοίη το πλατάνιν της ζωής τζιαί φτερακούμεν.
Ανήμπλετοι τζιαί ξηστητζοί στο φως που σαϊττεύκει
την αρκεμώνην της ψυσσιής εμπλέξαμεν αθθύμιον.
Είμαστιν δάξω δα του κόσμου γαστρικά, λουβίδιν.

Σαμπού λουβά πικραθασσιά στην γην την γερκωμένη
έτσι λοής περατιτζοί στο φως, ορτοξυλή του κόσμου.
Εν τζείνο που παλλησκοπούμεν, τζείνο που μας λάμνει.

Η πλάση την ανοιχτοσύνην ούλλην αγκαθκιά την.
Απού γεννήσσιος του καθάρκος ο φανός της πλάσης.
Θαρκέσαι πως ελούρισεν που πανωδκιόν θεότη.
Παντού συμπλάζει τ' άννοιμαν, μιτά του αναλυέται
μυρκάζει τζιαί ασπρολοά σγιάν τζύμμα πα στον βράχον.
Εν συλλοάται ταπισόν συγράδιν πως εν νάρτει.
Φανόν τζιαί πλάστοσύνην που πλανεύκουν αδονίζει
στ΄αγνάντιν μέσα μπλάσκεται τζιαί πνάζει νεπαμένη.

Το μνήμαν μόνον μύρεται ασύντυχον, πληξιμιόν.
Εν ποκαλάμη γέρημη στον κάμπον που σκαλεύκει.
Κάλιον η πλάση πόλυτη πον' αγρωνίζει Χάρον
σγιάν κοραλλιά που κρογελά τζιαί πάντα της ροδεύκει.

Τζένη Κωνσταντινίδη
Ποιητική Συλλογή «Τα κιόνενα», 2009

Το τζόνιν είναι το μάρμαρον. Σ' αυτή τη περίπτωση η ποιήτρια μας παραθέτει στην αρχαιότητα των κιόνων, δηλαδή τα μαρμάρινα επιτύμβια, τα μνήματα. Η κυπριακή διάλεκτος είναι πολύ κοντά στ' αρχαία ελληνικά.
Ο περάτης είναι και αυτή αρχαία ελληνική λέξη που χρησιμοποιούμε στη κυπριακή διάλεκτο και σημαίνει περαστικός ή διαβάτης. Δηλαδή το τζιόνιν του περάτη είναι το μαρμάρινο επιτύμβιο μνήμα μπροστά από το διαβάτη που στη πραγματικότητα είναι ο θάνατος. Στο ποιήμα ο περαστικός παροτρύνεται να προσέχει από το θάνατο και να οδεύει προς το δρόμο της ζωής. Πιο κάτω παραθέτω ολόκληρο το ποιήμα και το μεταφράζω κιόλας στα νέα ελληνικά. Πιστεύω ότι η μετάφρασή μου είναι πιστή και κοντά στο αρχικό νόημα. Πιστεύω ότι αυτό το ποιήμα είναι ένα αριστούργημα και είναι κρίμα γιατί θα παραμένει άγνωστο για πάντα, όχι μόνο στη Ελλάδα αλλά και στη Κύπρο

Το Τζόνιν του Περάτη

Περάτη, εν ροδεύκουσιν τζει κάτω που πεζεύκεις.
Τζει κάτω εν έσσει χαράν
εν ραϊσμένη η θωρκά...
η πάχνη π' αγναντεύκεις.

Π' ανώρας εσκοτείνιασεν τζι' οι μέρες εβαώσαν.
Εν δαρκομένος ο τζαιρός
στην κατωγής τζαι λιερός
ούλλα μαντές μαρκώσαν.

Όσσον που να ξηφέξει καρτέρειννε το ξηφώτιν.
Πρώμα να δεις το κρόδωμαν
τζειν' της αβκής το δάρκωμαν
σγιαν την καρκιάν πυρόψιν.
Περάτη μου, στο στραφείν σου τ΄άστρη τζαι το φεγγάριν.
Βρουλλάμενος να μεν μπλαστεί
καφούριν θέμι το στρατίν
ναν' πάντα καλοτάριν.
Προσάψιμον του Άδη, κόψε, τζι΄έπαρε προσγέλιον
έναν λυάδιν δροσινόν
του φου να γένεις μακρινόν
ξηφώτιν τζαι Βατζέλλιον.
Τζένη Κωνσταντινίδη
Ποιητική Συλλογή «Τα Κιόνενα»
Εκδόσεις Ακτή. Λευκωσία, 2009

Η μετάφρασή μου στα νέα ελληνικά

Διαβάτη δεν γιορτάζουνε εκεί κάτω που καταβένεις (πεζεύκω σημαίνει κατεβένω από το άλογο)
Εκεί κάτω δεν έχει χαρά
είναι ραγισμένη η θωριά
η πάχνη που αγναντεύεις
Απ΄ενωρίς σκοτείνιασε κι' οι μέρες έχουν κλείσει τη θύρα (βαδώννω σημαίνει κλείνω τη θύρα)
Είναι δακρυσμένος ο καιρός
στη κάτω γη και θλιμμένος
όλα είναι σαν να έχουν παγώσει (μαρκώννω σημαίνει παγώνω από το τσουχτερό κρύο)
Μόλις χαράξει περίμενε τη χαραυγή
Πρώτα να δεις το άκρον της στέγης
της αυγής το δάκρυσμα
σας της καρδιάς τη πορφυρή όψη (πυρόψιν = χρώμα της φωτιάς)
περαστικέ μου, στο γυρισμό σου, τ΄άστρα και το φεγγάρι
ανεμοστρόβιλος να μην βρεθεί
ολάσπρον μάλιστα να είναι το μονοπάτι
να είναι πάντα αιθρία.
Πρασάναμα του Άδη, κόψε και πάρε σαν ξεγέλασμα
ένα κλαδί δροσερό (δηλαδή πράσινο)
του φωτός να γίνεις μακρινό
γλυκοχάραμα και Ευαγγέλιο.



Το Βενέτικον Γρουσάφιν

Τζείν' το βενέτικον γρουσάφιν των δκυό σου αμμαδκιών
που το στενόν που ρέσσεις τώμου δικλήσεις φέγγει πκιόν.
Τζι' όπου γλυκοθωρήσεις τον γινήσκεται ξηφώτιν.
Φανός της μέρας, ανατείλημαν του φου ξηφέγγει.
Τζείν το βενέτικον γρουσάφιν των δκυό σου αμμαδκιών
το δειν σου για τους λας εν φυσημα γλυτζύν τ' ανέμου.
Για λλόου μου, εν θέαλλη τζαι γλιστερόν κατάρτιν.
Εν χας, κρεμμός που τ' άψη του λατσίζεσαι τζαι πάεις.
Για λλόου μου καμός· ο κόσμος δίχα σου εν ψέμαν.

Τζένη Κωνσταντινίδη

Τοιχογραφία: Εκκλησία Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, Παλαιχώρι, Κύπρος


Η Καρκιά της Κύπρου

Της Κύπρου τ' αερούδιν
εν μυρωδκιά δάενου ξυλαλά
γινήσκεται τραούδιν
τζαί συντυχάννει μέσα στην καρκιάν.
Των κορασσιών της τα δκυό μμάδκια
εν μέλιν που τζυλά του Μασσαιρά.
Την μιάν γελούν τζαι φέρνουν γυαλλουδκιάν
προσαύκουν σε την άλλην στην πυράν.
Εν ο αέρας της κρασίν κουμανταρένον
π' αζούλεψέ τον τζ' η θεά.
Έσσει που τότες τζαι γυρίζει πκιόν
πα στου Ακάμα τα βουνά.
Τζι' έναν πορίζιν φύτεψεν
πορίζιν του καμού τζαι της χαράς.
Στης Κύπρου μόνον την καρκιάν εβλάστησεν
τζαι ρίζει πρόσω τζει τους λας.
Λαλούν τ' αγάπισμαν τζαι πεθυμιάν
λαλούν το του καμού δροσολαξιάν.
Τζ' εν τ' αερούδιν που γλυκοφυσά
μέσα στης Κύπρου την καρκιάν.
Τζένη Κωνσταντινίδη
Τα Kιόνενα, 2009


Το Μαρτάπριλλον

Τζειν το αθθάτον γιασουμίν πων μέσα στην αυλή σου
τζειν το κλωνίν βασιλιτζιάς που ρέμπει του στενού σου
την δροσινήν φιούραν σου εν πώχουν μοιρασκέριν.

Άμμα τζιαι  το Μαρτάπριλλον τέλεια μοιαστόν σου ένι.
Καλοσπιάζουν σε τζαι την πριλοήν σο έχουν
μα πάλε ένι φτάννουν την δροσιάν πώ΄σιει το δειν σου.

Νά χα καρκιάν πετράθασον καρκιάν χαρκωματένην
που την θωρκάν σου κρούζει πιον τζαι γίνεται καμίνιν.

Τα Κιόνενα
Ποιητική Συλλογή της Τζένης Κωνσταντινίδη
2009, Λευκωσία



Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Η Σουσαννού: Κυπριακόν Άσμα


Η Σουσαννού

Από την πρώτην του Μαγιού βλαστά τζιαί το ζιμπούλιν*
ελάτε ν' αδροικήσετε της Σούσας το τραούδιν.
Η Σούσα ήταν λυερή της Τζύπρου το καμάριν,
π' α(γ)απά τον Σαρίπαυλην τ' ώμορφο παλλικάριν.
Α(γ)άπα τον τζι' α(γ)άπα την γρόνους δεκατεσσάρους
Αλήθκεια το αερφάτζιν της ήταν με τους κουρσάρους.
Τζιαί μιαν αυκήν εις το στρωθκειός* τον ήλιον εκαθούσεν
τζιαί με το μαντηλάτζιν της τα δάκρυκα σφογγούσεν.
Πολοέται η μάνα της τζι' ο τζύρις της, της λέει:
- Είν' τα σιεις Σουσαννάτζιν μου τζιαί κάθεσαι τζιαί κλάεις;
- Όρεινον* είδ' αφέντη* μου, τζι' όρεινον το κατέχω,
πώς ήρτεν τ' αερφάτζιν μου τζι' ήταν ξεσπαθωμένον,
ήτουν το χανταράτζιν* του στο γαίμαν βουττημένον.
Τζιαί πολοέτ' η μάνα της τζιαί ο τζύρις της τζιαί λέει:
- Όρεινον είδες, Σούσα μου, τζι' ά(φ)ησ' το να περάση,
τζ' εσέναν τ' αερφάτζιν σου στα ξένα να γερέση,
στα ξένα τζιαί στην ξενηδκειάν, στα ξένα τζιαί γυρίζει,
για τα θερκά τον φάασιν, για άλλη καμιά τον ρίζει.
Πήαιννε στρώσε, Σουσαννού, τζιαί σβύσε τζιαί τον λύχνον.
Πάει τζιαί στρώννει (η) Σουσαννού τζιαί σβύνει τζιαί τον λύχνον.
Μέσα το μεσάνυχτον ήρτεν ο αερφός της.
Που τον θωρεί η Σουσαννού, εθάμπωσεν το φως της.
Σούσα μου φέρε μου νερόν τζιαί διψασμένος είμαι,
απού τα πέρα των περών τζιαί ποσταμένος* είμαι.
Πκιάννει γυαλλένον μαστραπάν* τζιαί πα να τον γεμίση,
νερόν που το πηάιν* της κρυόν τζιαί που την βρύσιν.
- Σούσα μου πκοιόν εν πό ' βαλες στην κλίνην σου ακάτω,
τζ' απού τα πέρα των περών εγώ επάντεχά* τον.
- Α(δ)έρφι θαρρείς έπκιασα τες τέχνες τες διτζές σου
που νυχτοξημερώννε σου με τες πολιτιτζές* σου;
Έβκαλεν το χαντζάριν του το περευλοημένον,
από σιει τζιαί τον χάροντα πάνω ζωγραφισμένον.
Μιάν χαντζαρκάν  της έδωκεν κάτω που το βυζίν της
τζιαί το χαντάριν έφτασεν ως τζει που το φλαντζίν* της.
Άκουσεν τόσην ταρασιήν που' καμεν το κορμίν της,
εσείστην το κλινάριν της τζι' ένωσεν ο Παυλής της:
- Σούσα μου πκοιός σ' ελά(β)ωσεν, πκοιός σ' έδωσεν τον χάρον,
τζιαί πώς να τον περάσω γιώ τον κόσμον τον απάνω;
Μούσκους τζιαί μοσκοκάρυα μασά τζ' ετάισέν την.
- Σούσα μου, βούρα* στον γιατρόν να γιάνης την πλη(γ)ήν σου,
όσα τζ' αν πάσιν γιατρικά διά τα ο Παυλής σου.
Επήεν εις την μάνα της παθοκονταρεμένη*
τζ' επήεν εις την μάνα της στο γαίμαν βοθττημένη.
Που την θωρεί η μάνα της στέκει συχναρωτά την:
- Σούσα μου, πκοιός σ' ελά(β)ωσεν πκοιός σ' έδωκεν τον χάρον,
ας έσιει την κατάραν μου, πάντα του τουλαττάρω*.
- Μάνα τζιαί σύρε στον γιατρόν να γιάνη την πλη(γ)ήν μου·
Τρέσιει η μάνα στον γιατρόν τζιαί λέει τζιαί λαλεί του:
- Γιατρέ, γιατρέ μου, γιάτρεψε τζι' εμέναν το παι(δ)ίν μου,
όσα τζι' αν πάσιν γιατρικά διά τα το πουντζίν μου,
αν πάσιν σσίλλια εκατόν, σσίλλια τζιαί πεντακόσια,
διά τα ο Σαρίπαυλης, ας πάσιν τζ' 'αλλα τόσα.
Επολοήθην ο γιατρός τζιαί λέει τζιαί λαλεί της:
- Τζυρά γιατρέψαμεν πολλούς παθοκονταρισμένους·
έτσ' αρφοπαθοκονταρεμόν εν εί(δ)αμεν ποττέ μας.

Χαρικλού Γ. Μαλά
 Ετών 70 - Άρσος , 1919

Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

ζιμπούλιν = άνθος
στρωθκειός = στρώμα
όρεινον = όνειρο
αφέντη = πατέρα
χανταράτζιν = λόγχη
ποσταμένος = κουρασμένος
μαστραπάς = τενεκκές
πηάιν = πηγάδι
επάντεχα = παρεμόνευα
πολιτιτζές = πελλακίδες
φλαντζίν = συκώτι
βούρα = τρέξε
παθοκονταρεμένη = πληγωμένη από κοντάρι
τουλαττάρω* = στολίζω


Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Το έβκαρμαν του Μα και άλλα έθιμα της Πρωτομαγιάς στην Κύπρο


Ο Μάιος μήνας λέγεται στη Κύπρο και Μας. Από την παραμονή της Πρωτομαγιάς πλέκουν ένα στεφάνι από διάφορα λουλούδια και το κρεμάζουν στις εξώπορτες των σπιτιών. Ο λαός λέει ότι κρεμάζει το στεφάνι στην εξώπορτα «για να μεν εμπεί έσσω ο Μας», δηλαδή να μην μπουν στο σπίτι οι αρρώστιες. Γι' αυτό παλαιότερα έκαιγαν το στεφάνι, το οποίο πίστευαν ότι «συγκέτρωνε» όλες τις αρρώστιες, στη φωτιά του Αγίου Ιωάννου (24 Ιουνίου). Η φωτιά αυτή, που αναβόταν περίπου κατά το θερινό ηλιοστάσιο, ήταν διαβατήρια, δηλαδή καθαρτική. Στη πραγματικότητα, όμως, τα πιο πάνω τοποθετούνται στη πόρτα για λόγους μαγικούς. Δηλαδή ο αγρότης κυρίως επιδιώκει με την τοποθέτησή τους τη θαλερή βλάστηση και τη πλούσια καρποφορία. Στο Ριζοκάρπασσο οι γυναίκες όταν κρεμάζουν το στεφάνι λέγουν: «Έσσω μου ο Μας τζι' ο Απρίλλης τζιαί έσσω τους γειτόνους μου οι ψύλλοι». Γενικά θεωρούσαν τη πράξη αυτή κοινωνικό καθήκον και ταυτόχρονα ευλογία του σπιτιού από τον Θεό.
Κατά τη πρώτη Μαΐου συνηθίζεται να παίρνουν δρόσον από τα σπαρτά «για να μην μαυρίσουν», Επίσης κατά τη Πρωτομαγιά παλαιότερα συνήθιζαν να κόβουν τη φασκομηλιάν ή σπατζιάν από την οποία παρασκευάζεται τσάι.
Σε κάποια μέρη της Κύπρου οι άνθρωποι συνήθιζαν την Πρωτομαγιά να μεταβαίνουν αμίλιτοι στους αγρούς. και να κόβουν κλαδιά από τον θάμνο μιας παλλούρας, δηλαδή μιας κονναρκάς. Τα κλαδιά αυτά το μετέφεραν, επίσης αμίλητα, πίσω στο σπίτι τους, και εκεί έκοβαν από αυτά μικρά κομματάκια, το οποία έδεναν με κόκκινες κλωστές πάνω στα παιδιά τους, για να μην τα πιάνει το μάτι.
Αλλού υπήρχε συνήθεια να πηγαίνουν τα μικρά παιδιά του σχολείου έξω στους αγρούς, και να μαζεύουν αγριολούλουδα για το πλέξιμο ενός στεφανιού, που το έθεταν πάνω στην κεφαλή ενός εξ αυτών. Το παιδί, που επιλεγόταν για το στεφάνωμα, ονομαζόταν Μάης. Μετά συνέχιζαν για ώρες το παιχνίδι τους μέσα στους αγρούς.
Την πρώτη Μαΐου (σε μερικά μέρη κατά τη γιορτή της Αναλήψεως) υπήρχε το έθιμο να τρώγεται μια μεγάλη κουλούρα που κατασκευαζόταν την Αγία Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο μαζί με τις κουμουλιές, τους άρτους και τις φλαούνες του Πάσχα. Αυτό φυλαγόταν μέχρι την Πρωτομαγιά, γιατί θεωρείτο ως «το κουλούρι του Μα», που το κατανάλωναν οι άνθρωποι του σπιτιού, κυρίως τα παιδιά, για να «μην τους δαγκώνει ο γαίδαρος ο μουγιασμένος» όπως έλεγαν. Σε κάποια μέρη, αντί για κουλούρι. ξεχώριζαν και αποξήραιναν μια φλαούνα στη θέση του κουλουριού. Σε αυτές τις περιπτόσεις όμως η κατανάλωσή της γινόταν στις τρεις του Μάη, αντί την πρώτη. Πάντως η πρόληψη που υπήρχε γαι το κουλούρι του Μα ήταν βαθιά, που μερικοί έλεγαν με στρόμφο στο κάθε παιδί «αν δεν φάεις κούκουρον την πρωτομαγιά, θα σε δακκάσει ο γά(δα)ρος ο σιερκάς», δηλαδή, αν δεν φας κομμάτι κουλουριού της Πρωτομαγιάς, θα σε δαγκώσει ο γάιδαρος ο ασπριδερός.

Την Πρωτομαγιά οι νεαρές κοπέλες που δεν ήταν ακόμα πατρεμένες, είχαν το δικό τους πράγραμμα. Συνήθως ομαδοποιούνταν, και συγκεντρώνονταν όλες στο σπίτι μιας εξ αυτών και τραγουδούσαν. μετά οργανώνονταν σε ομάδες, που ξεχύνονταν έξω από το σπίτι, για να πορευτούν προς τους αγρούς. Έβρισκαν κάπου ένα καθαροτόπι, και κάθονταν σε κύκλο, για να αστιευούν, να φάνε, να πιούν, να τραγουδήσουν, να χορέψουν στον ρηθμό μιας ταμπουτσιάς (ενός τυμπάνου), και να ετοιμάσουν τον κλήδονα, που λέγεται «έφκαρμαν του Μα». Ο κλήδονας αποτελεί έθιμο μαντικής (κληρομαντίας) με το οποίο τα κορίτσια μαντεύονται τη μέλλουσα τύχη τους. Έβαζαν στη μέση του κύκλου, που κάθονταν το δοχείο του Μα, δηλαδή μια λεκάνη ή έναν πότην (ένα πήλινο αγγείο, που έμοιαζε με αρχαία οινοχόη), και τοποθετούσαν μέσα από ένα δαχτυλίδι, που αφερούσαν από τα χέρια τους. Μαζί με το δαχτυλίδι τους έβαζαν και ένα λουλούδι ροδιάς, τριανταφυλλιάς, ή λουλουκιάς (μαυρομμάτας). Όταν όλες τους είχαν βάλει μέσα στον πότην το δαχτυλίδι και το λουλούδι τους, τοποθετούσαν από πάνω ένα κόκκινο μαντήλι, για να καλυφτεί το στόμιο και γενικά όλο το αγγείο. Ο πότης αυτός, μαζί με όλα τα δαχτυλίδια, μεταφερόταν στη συνέχεια και θαβόταν σε κάπιο σημείο, μυστικό από τον άλλο κόσμο. Μετά από κάμποσα χαριεντίσματα οι κοπέλες επέστρεφαν όλες στα σπίτια τους. Ο κλήδονας, δηλαδή ο πότης με τα δαχτυλίδια και τα λουλούδια, παρέμενε εκεί έξω στους αγρούς για τρεις ημέρες, από τη πρώτη μέχρι τις τρεις του Μάη, που ήταν η γιορτή της Αγίας Μαύρης. Ανήμερα της γιορτής αυτής όλες οι κοπέλες ξανασυγκεντρώνονταν πάλι, και πήγαιναν με μεγάλο πανηγύρι στο μέρος, που είχαν θάψει το αγγείο με τα δαχτυλίδια τους. Τραγουδόντας διάφορα τραγούδια, εντόπιζαν, ξέθαβαν και ξανάπαιρναν τον πότην στα χέρια τους. Τότε όλες μαζί τραγουδούσαν «το τραγούδι του Μα» που έχει ως εξείς:

Τζιαι μπαίνν' ο Μας, τζιαι βκαίνν' ο Μας,
τζιαι μπαίνν' ο Πρωτογιούνης,
τζι' ο Μας με τα τραντάφυλλα, τζι' ο Γούνης με τα μήλα,
Άουστος με τα χλιά νερά, με τα κρυά σταφύλλια.
Αννοίξετε τον κλήδοναν να μπούσιν τα κοράσσια,
να τραουδήσουν για τον Μαν, να δούν το ριζικόν τους.
Το ριζικόν μου ίντα' νι; Σταυρός τζιαι δακτυλίδιν.
Στην πούγγαν μου το έβαλα, της μάνας μου το πήρα:
Μάνα τζι' αν είσαι μάνα μου τζι' εγιώ παιδίν δικόν σου,
κάμε θερμόν τζιαι λούσε με μεσ' τ' αρκυρήν την λεένην,
τζιαι μέσ' τ' αρκυρολέενον ρίξ' αρκυρόν μασσαίριν
τζιαι φόρησ' μου την σκούφκιαν μου την τρανταμασουρένην,
οπού σσει τράντα μάσουρους τζιαι τράντα μασουρούδκια,
τζιαι γύρου, γύρου τα πουλλιά τζιαι μέσα τα πεζούνια*.
Πεζούνια μου, πεζούνια μου, πετάξετε με πέρα,
να δω τον θκειόν μου ροδινόν, τον τζύριν μου φεγγάριν,
να δω τον πρώτον μ' αερφόν στην μούλαν καβαλλάρην,
να σούζη την μανίκλαν του, να ππέση το λουβάριν*,
Ελάτε, σσήρες τζι' αρφανές, να πάρετε λουβάριν,
πάρετ' εσείς τα πίτερα, τζι' εγιώ το σιμιδάλλιν,
να κάμω τ' αερφούλλη μου σαΐταν με τοξάριν,
που σαϊττεύκει τον ατόν πάνω στο παμπουλάριν
Τζιαί να τσιλλά τον αετόν που κάτω στο πιθάριν.

Μετά ξεκινούσαν άλλα τραγούδια, τα οποία έπρεπε ν' ακολουθούν μια συνεχή εναλλαγή. Ένα τραγούδι ήταν χαρούμενο και ένα λυπητερό. Σε κάθε τραγούδι, που τραγουδιόταν, μια από τις κοπέλες έβαζε το χέρι της μέσα στο στόμιο του πότη, και ανέσυρε στην τύχη ένα από τα δαχτυλίδια που βρισκόταν στο εσωτερικό του. ανάλογη με τους στίχους του τραγουδιού, που τραγουδιόταν κατά τη στιγμή της εξαγωγής του κάθε δαχτυλιδιού από τον πότη ήταν και η πρόγνωση για την τύχη της ιδιοκτήτριάς του. Όσες έβλεπαν το δαχτυλίδι τους να βγαίνει, όταν τραγουδιόταν ένα «καλό», δηλαδή ευχάριστο τραγούδι, θα καλοτυχούσαν στον γάμο τους. Όσες έβλεπαν το δαχτυλίδι τους να βγαίνει, όταν τραγουδιόταν ένα λυπητερό τραγούδι, θα κακοτυχούσαν, και θα είχαν κακό έγγαμο βίο.
Στο τέλος όλες οι κοπέλες αναχωρούσαν για τα σπίτια τους, και όσες δεν εξασφάλιζαν ευνοϊκή πρόβλεψη από τον κλήδονα ξανάβρισκαν, ύστερα από ένα βαθύ αναστεναγμό, πάλι την καλή διάθεσή τους, αφού γνώριζαν ότι την επόμενη χρονιά θα τους δινόταν και πάλι η ευκερία να έχουν προγνωστικά για την τύχη τους από τον κλήδονα. Η ελπίδα δεν πέθαινε, αφού την επόμενη χρονιά ίσως πετύχαιναν μια καλύτερη πρόβλεψη για την τύχη τους.
Την Πρωτομαγιά γινόταν επίσης, νίψιμο στη θάλασσα, για να μην πιάσουν τα μάγια. Όσοι φοβούνταν τη μαγεία, και δεν ήθελαν να υποφέρουν από τυχόν επιρροή της την πρώτη του Μάη, μετέβαιναν ενωρίς στη θάλασσα, και ένιβαν το πρόσωπό τους με θαλασσινό νερό επτά διαδοχικών κυμάτων. Επικρατούσε η άποψη ότι με τον τρόπο αυτό επερχόταν καθαρισμός και εξαγνισμός από κάθε λογής έργο μαγείας.

Πηγές:
Άπαντα, Ξενοφόντος Π. Φαρμακίδου
Δεισιδαιμονίες και Μαγεία στην Κύπρο του Χτες, Ιωάννης Ιωνάς
Κυπριακά Ήθη και Έθιμα, Κωνσταντίνος Γ. Γιαγκουλλής


Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Έθιμα κατά την ημέρα του Πάσχα στην Κύπρο

 Η παράδοση ορίζει ότι την ημέρα του Πάσχα ο κόσμος πρέπει να φορά παπούτσια και ρούχα άπαννα, δηλαδή καινούργια. Σε προγούμενες εποχής ακόμα και οι μάστορες προσέφεραν στα μαθητευόμενα τσιράκια τους ένα καινούργιο ένδυμα ή παπούτσια για το Πάσχα. Το ίδιο έπραταν και οι αφέντες με τους νεαρούς μισταρκούς τους, δηλαδή τους ψυχογιούς τους.
Κατά τα παλιά χρόνια τα ξύλα της λαμπρατζιάς (της μεγάλης φωτιάς), που αναβόταν έξω από την εκκλησία για το κάψιμο του απεικονίζοντος τον Ιούδα ανδρείκελου, ήταν έθιμο να είναι κλεψιμιά (κλοπιμαία). Την κλοπή και συγκέτρωση τους στην αυλή της εκκλησίας αναλάμβαναν συνήθως οι νέοι του χωριού.
Στην Κύπρο ο κόσμος συνεχίζει να πιστεύει ότι όποιος κοιμάται κατά τον ώρα του Καλού Λόγο θα έχει πρόβλημα με τους λαγούς, διότι αυτοί θα του τρώνε τα σπαρτά του και τ΄αμπέλια του. Αυτό ίσχιε και κατά τη μετά την Αναστάσιμη ακολουθία λειτουργία, που διεξαγόταν στις τρεις τα ξημερώματα. Όλοι όφειλαν να παραμένουν ξάγρυπνοι, όπως εξάλλου πρέπει να γίνεται και κατά τις καθιερωμένες κυριακάτικες θείες λειτουργίες. Λέγουν πως όποιος κοιμάται αυτή την τόσο ιερή ώρα είναι σαν να κοιμάται μέσα στη φωτιά.
Το κερί, που ανάβεται κατά τον Καλό Λόγο της Ανάστασης, οι Κύπριοι δεν το πετούν. Το ανάβουν. μόλις ο ιερέας καλέσει τους πιστούς με το γνωστό «Δεύτε λάβεται φως» κατ' ακολουθία και το «Χριστός Ανέστη» του μεσονυκτίου, και το προστατεύουν από τον αέρα, για να μπορέσουν να το μεταφέρουν μέχρι και τα σπίτια τους. Παλιά η φλόγα αυτή μεταδιδόταν σε λίχνους, ενώ τώρα σε φανούς πετρελαίου. Το φως του Πάσχα φυλαγόταν από ανέκαθεν στο σπίτι της κάθε Χριστιανικής οικογένειας για σαράντα μέρες. Με τη φλόγα μερικοί συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να σταυρώνουν τους παραστατούς (κουφώματα) των πορτών των σπιτιών, και μένει πάνω τους η αιθάλη με τη μορφή ενός μικρού μαυρίσματος σε σχήμα σταυρού. Παλιά το κερί, με το οποίο άναβε το φως του Πάσχα, φυλαγόταν μετά το σβήσιμό του. Αυτό θα άναβε ξανά κάθε φορά που θα υπήρχαν μεγάλες χαλαζοθύελλες, διότι έχει την ιδιότητα να τις κάνει να σταματούν. Το κερί του «Καλού Λόγου», της Ανάστασης οι γεωργοί το έπαιρναν επίσης στους αγρούς, για να χαιρετιστούν με το φως του όσα από τα δέντρα ήταν άκαρπα. Συνήθως κατά τη διαδικασία αυτή εκείνος που κρατούσε το κερί πλησίαζε κάθε ένα από τα δέντρα αυτά και, αφού έκανε τρεις περιοδίες γύρω από τον κορμό του, του απεύθυνε το γνωστό σε όλους «Χριστός Ανέστη». Επικρατούσε η αντίληψη ότι μετά από την ενέργια αυτή τα δέντρα «θ' αναστήνονταν», και απελευθερομένα από το κακό, που τα εμπόδιζε, θα καρποφορούσαν πλέον.
Η γιορτή του Πάσχα παλιά άρχιζε από τις πρώτες ώρες της Κυριακής του Πάσχα μετά το πέρας του μεσονύκτιου «Καλού Λόγου» και τη Θεία Κοινωνία στη λειτουργία που ακολουθούσε. Μετά τη θεία κοινωνία η νηστεία η νηστεία θεωρείτο πλέον λήξασα, και έβγαιναν από τις τσέπες τα αυγά τα κόκκινα και οι φλαούνες, για ένα έκτακτο κολατσιό. Την Κυριακή της Λαμπρής γινόταν το μεγάλο μεσημεριανό γλέντι. Η γιορταστική παραζάλη, που εγκαθίστατο στο τραπέζι των οικογενειών, συνέχιζε συνήθως μέχρι αργά το βράδυ.
Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη όποιος έτρωγε ένα αυγό του Πάσχα χωρίς να το έχει μοιραστεί με ένα άλλο άτομο, θα έβγαζε πάνω στο κορμί του γαιματά(δ)ες (καλόγερους). Πολλοί έλεγαν επίσης ότι το κόκκινο χρώμα των αυγών του Πάσχα προερχόταν από το αίμα, που έχυσε ο Χριστός κατά τα πάθη, μετά την τοποθέτηση αγκάθινου στεφανιού πάνω στην κεφαλή του.
Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα υπήρχε, και συνεχίζει ν' αναβιώνει μέχρι σήμερα η συνήθεια να συναθροίζονται όλοι οι χωριανοί στην αυλή της εκκλησίας, και να συμμετέχουν σε διάφορες αθλοπαιδιές, όπως μονάππιν, τριάππιν (μήκος και τριπλούν), διτζίμιν (άρσης μεγάλου και βαριού λίθου), και παιχνίδια που κάνουν όλους τους συγχωριανούς να ξανασμίξουν μέσα σε μια ανέμελη και καθολική αμαδικότητα. Οι νέοι των οικογενειών, που έχουν μεταφερθεί λόγου της αστυφιλίας σε άλλα μέρη, έχουν την ευκαιρία να σμίξουν με εκείνους του χωριού, και να διαπιστώσουν συμπάθιες, που ίσως να εξελιχτούν και σε προξενιά. Τα παιχνίδια του Πάσχα συνήθως συνεχίζουν μέχρι και την Δευτέρα (παλιά μέχρι τη Τρίτη), και σ' αυτά συμμετέχουν μικροί και μεγάλοι. Όλοι, καθώς συναντιούνται αναγκαλίζονται, και απευθύνουν το γνωστό «Χριστός Ανέστη» για να εισπράξουν το πάλι γνωστό «Χριστός Ανέστη ο Κύριος».
 Οι σούσες (κούνιες) ήταν ένα πολύ σημαντικό και απαραίτητο έθιμο της Λαμπρής στη Κύπρο. Στήνονταν κάτω από καμάρες οπότε το σχοινί περνούσα μέσα από το τερτσέλλιν (τον κρίκον) της καμάρας του δίχωρου δωματίου, ή σε μεγάλους ηλιακούς οπότε το σχοινί περνούσε από την σιερονευκάν (σεδερένια δοκό) της στέγης. Και ακόμα στήνονταν κάτω από μεγάλα δέντρα. Στις σούσες κάθονταν μονάχα κορίτσια. Το σανίδι της σούσας έχει μήκος πέντε περίπου πόδια και λέγεται άρμενο...ν. Δύο ή τρία κορίτσια κάθονταν πάνω σ' αυτό και άλλα δύο στέκονταν ένα στη μια κι ένα στη άλλη πλευρά του σανιδιού (αυτοί που στέκονταν μπορούσε να είναι και αγόρια). Γι' αυτούς ή αυτές που στέκονται έλεγαν ότι αρμενίζουν, γιατί λυγίζουν (κοττούν) τα γόνατά τους και δίνουν ώθηση στον άρμενον (συνεκδοχικά στη σούσα). Απαρέτητα για όσους σούζονταν και όσους τους παρακολουθούσαν ήταν κάθε ίδους τραγούδια. Άρχιζαν όμως πάντα με το γνωστό τραγούδι:
θεέ μου νά ρταν οι Λαμπρές
να κρεμμαστούς οι σούσες,
τζιαί να γεμώσουν τα στενά
ούλλον μαυρομματούσες.



Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Το χωριό Μωρό Νερό στην Επαρχία Πάφου - The village of Moro Nero in the district of Paphos


Το εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό Μωρό Νερό είναι ένας μικρός απομονωμένος οικισμός στην επαρχία Πάφου ο οποίος βρίσκεται στην κοιλάδα Έζουσας, δύο χιλιόμετρα βόρεια του χωριού Επισκοπή και πέντε χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του χωριού Καλλέπια, στα διοικητικά όρια του οποίου περιλαμβάνεται.


Από συγκοινωνιακής άποψης το χωριό στερείται ασφαλτωμένου δρόμου και συνδέεται με τα χωριά Επισκοπή και Καλλέπια μέσω ενός τραχιού χωματένιου δρόμου ο οποίος διασχίζεται μόνο από τετρακίνητο αυτοκίνητο. Το χωριό κοίται σε ερείπια, δεν έχουν απομείνει ούτε σπίτια, ούτε δρόμοι, μόνο μάζες από χαλάσματα.


Το Μωρό Νερό ήταν μεικτό χωριό και κατοικείτο και από Έλληνοκυπρίους και από Τουρκοκυπρίου όμως οι  Τουρκοκύπριοι ήταν πάντα η μεγάλη πλειοψηφία. Κατά την οθωμανική απογραφή του 1831, οι μουσουλμάνοι (Τουρκοκύπριοι) αποτελούσαν τους μοναδικούς κάτοικους του Μωρού Νερού. Κατά τη διάρκεια της Βρετανικής αποικιοκρατίας, υπήρχαν και Έλληνες Κύπριοι που ζούσαν στο χωριό, αλλά από το 1946 δεν υπήρχε πλέον κανένας Ελληνοκύπριος.
Το 1881ο οικισμός είχει 32 κατοίκους που ανήλθαν στους 55 στις απογραφές πληθυσμού των ετών1891 και 1901. Το 1911 οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 46 (39 Τουρκοκύπριοι και 5 Ελληνοκύπριοι), στους 39 το 1921 (34 Τουρκοκύπριοι και 5 Ελληνοκύπριοι), στους 30 το 1931 (24 Τουρκοκύπριοι και 6 Ελληνοκύπριοι) αλλά αυξήθηκαν στους 36 (όλοι Τουρκοκύπριοι) το 1946 και στους 40 (όλοι Τουρκοκύπριοι) το 1958 όταν εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του.


Το 1958, λόγω των αυξημένων διακοινοτικών εντάσεων στην περιοχή όπου το χωριό βρισκόταν, όλες οι τουρκοκυπριακές οικογένειες (40 άτομα) εκκένωσαν το χωριό και κατέφυγαν στο τουρκοκυπριακό τομέα της πόλης της Πάφου (Μούτταλο). Μετά την αναχώρησή τους, τα σπίτια τους καταστράφηκαν από ορισμένα εξτρεμιστικά στοιχεία. Δεν επέστρεψαν ποτέ στο χωριό τους, αλλά έμειναν στην Πάφο έως τις 30 Αύγουστου του 1975, όταν κατέφυγαν όλοι με συνοδεία της ΟΥΝΦΙΚΥΠ στο κατεχόμενο από τους Τούρκους βόρειο τμήμα του νησιού. Μετά την αναχώρηση των Τουρκοκυπρίων, κανείς δεν εγκαταστάθηκε στο χωριό και ερημώθηκε για πάντα.


Το χωριό δεν αναφέρεται σε μεσαιωνικές πηγές. Πιστεύεται ότι το όνομα  Μωρό Νερό προέρχεται από την μικρή βρύση του χωριού και οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι αποκαλούσαν το Μωρό Νερό, Küçüksu ( Κιουτσούκ Σου) που επίσης, κυριολεκτικά σημαίνει «μικρό νερό». Πιο παλιά το ονόμαζαν Κισσότερρα (γη του κισσού) απ' όπου το δεύτερο συνθετικό της ονομασίας του (terra = γη), έχει λατινική προέλευση. Όμως η ύπαρξη της μονόκλιτης θολωτής βυζαντινής εκκλησίας του Αγίου Γενναδίου στο χωριό αποδεικνύει ότι το Μωρό Νερό ήταν κατοικημένο από τα βυζαντινή τουλάχιστον χρόνια και φαίνεται ότι οι κάτοικοι πριν τουρκοποιηθούν ήταν κάποτε επίσης Χριστιανοί.


Σύμφωνα προς το Εγκώμιον του Αγίου Νεοφύτου ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος ο Α΄ (458-471) παραιτήθηκε από το αξίωμά του επειδή δεν ήθελε να πεθάνει σε πόλη στην οποία βασίλευε αιρετικός βασιλιάς (ήταν τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Λέων Α'). Αφού παραιτήθηκε, έφυγε για τα Ιεροσόλυμα συνοδευόμενος από ένα μοναχό που λεγόταν Νείλος. Από τα Ιεροσόλυμα ο Γεννάδιος  ήλθε στην Πάφο κι άρχισε περιπλάνηση για να βρει το ασκητήριο του Αγίου Ιλαρίωνος του μεγάλου (που ασκήτευσε κοντά στο χωριό Επισκοπή της Επαρχίας Πάφου). Άρχισε να νυκτώνει και να πέφτει χιονόνερο. Για να φυλαχτεί απ' τη θύελλα, τάχυνε το βήμα του προς το χωριό Κισσότερρα (το παλιό όνομα του χωριού Μωρό Νερό), που είναι κοντά και ζήτησε καταφύγιο σ' ένα σπίτι. Κτύπησε την πόρτα του σπιτιού πολλές φορές. Φώναξε, παρακάλεσε, μα κανένας δεν του άνοιξε. Ο Άγιος πάγωσε από το δυνατό κρύο και και τη νύκτα εκείνη πέθανε μέσα στους δρόμους του Μορού Νερού. Το σώμα του βρέθηκε αργότερα από τον μοναχό Νείλο. Τότε σύμφωνα πάντα προς την αφήγηση του αγίου Νεοφύτου, ο επίσκοπος Πάφου, Υπερόριος, μαζί με κλήρο και λαό, πήγαν στο Μωρό Νερό για να μεταφέρουν το σώμα του αγίου Γενναδίου στη Πάφο. Σε κάπιο όμως σημείο του χωριού, κατά τη διαδρομή προς στη Πάφο, το φέρετρο με το σώμα του Αγίου έγινε ξαφνικά βαρύ κι ασήκωτο και ήταν αδύνατο να μεταφερθεί πιο πέρα. Θεωρήθηκε τότε ότι  εκεί έπρεπε να ταφεί, στο χώρο δε εκείνο κτίστηκε και εκκλησία προς τιμήν του η οποία σήμερα είναι ερειπωμένη. Σύμφωνα προς τον Άγιος Νεόφυτο, ο τάφος του Αγίου Γενναδίου «γίνεται τοις πιστώς προσιούσιν ιαματοφόρος πηγή».


The abandoned village Moro Nero is a small isolated settlement in the Paphos district which is located at the valley of Ezousa, two kilometers north of the village of Episkopi and five kilometers southeast of Kallepia village, the administrative boundaries of which is included.


Regarding transportation, the village lacks a paved road and connects to the villages and Episkopi and Kallepia through a rough dirt road which can only by crossed by a four-wheel drive car. The village is in ruins, with no houses left standing, nor roads, just masses of rubble.


Moro Nero was a mixed village inhabited by both Greek Cypriots and Turkish Cypriots, however Turkish Cypriots always constituted the great majority. During the Ottoman census of 1831, the Muslim (Turkish Cypriots) were the only inhabitants of Moro Nero. During British colonial rule, there were also Greek Cypriots living in the village, but since 1946, there was no longer any Greek Cypriot left.
In 1881 the village had 32 residents who increased at 55 at the censuses of the years 1891 and 1901. In 1911 the inhabitants were reduced to 46 (39 Turkish Cypriots and 5 Greek Cypriots), to 39 in 1921 (34 Turkish Cypriots and 5 Greek Cypriots ), to 30 in 1931 ( 24 Turkish Cypriots and 6 Greek Cypriots) but increased to 36 (all Turkish Cypriots) in 1946 and at 40 (all Turkish Cypriots) in 1958 when it was abandoned by its inhabitants.


In 1958, due to increased inter-communal tensions in the region where the village was, all Turkish Cypriot families (40 people) were evacuated from the village and took refuge in the Turkish Cypriot sector of the city of Paphos (Mouttalos). After their departure, their homes were destroyed by some extremist elements. They never returned to their village, but stayed in Paphos until the 30th of August 1975, were they were all escorted by UNFICYP to the Turkish-occupied northern part of the island. After the departure of the Turkish Cypriots, nobody moved to the village and was thus deserted forever.


The village is not referred in medieval sources. It is believed that the name Moro Nero meaning “baby water”,  derives from the small village fountain and its Turkish Cypriot inhabitants called it Küçüksu, also literally meaning "little water". In older times the Turkish Cypriots called it Kissoterra (land of ivy) of which the last part of the name (terra = land), has Latin origins. But the existence of the single aisled domed Byzantine church of Agios Gennadios in village proves that Moro Nero was inhabited at least from the Byzantine era and it seems that its inhabitants were Christians before they were Turkicised and become Muslims.


According to the Enkomion to St.Gennadios written by Saint Neophytos, the Patriarch of Constantinople Gennadios A' (458-471) resigned from his office because he did not want to die in a city where a heretic king reigned (the Byzantine Emperor then was Leo A'). After paretithike, he left for Jerusalem, accompanied by a monk named Nile. After having resigned, he left for Jerusalem, accompanied by a monk named Nile. From Jerusalem Gennadios came in Paphos and began wandering to find the hermitage of Saint Hilarion the Great (who lived near the village of Episkopi in the Paphos). It began to get dark and snow started falling. To protect himself from the storm, he quicken his pace for the village of Kissoterra (the old name of the village of Moro Nero), which is near and sought refuge at a house. He beat the door of the house several times. He yield, begged, but no one opened. The Saint froze from the bitter cold and during that night he died in the streets of  Moro Nero. His body was later found by the monk Nile. Then, again according to the narrative of St Neophytos, the bishop of Paphos, Iperorios , along with clergy and ley people went to Moro Nero to carry the body of Saint Gennadios to Paphos. But in the streets of the village, on the way to Paphos, the coffin with the body of the Saint suddenly became heavy and unbearable to carry and was impossible to be transported further. It was thought then that he wanted to be buried on that spot, and on the site he was buried they built a church in his honor which today is in ruins. According to St Neophytos, the tomb of St. Gennadius "becomes for the faithful who visit it a source of healing".


Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Παννάδα: Το παραδοσιακό ρόφημα της Κύπρου, η καταγωγή του, και ο τρόπος που παρασκευάζεται


Η παννάδα είναι ένα παραδοσιακό δροσερό και ευχάριστο ποτό από κοπανισμένα κουκούτσια πεπονιού που παρασκευαζόταν παλαιότερα στη Κύπρο, το οποίο σήμερα δεν παρασκευάζεται πλέον. Όμως, η παννάδα, αυτό το πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά ρόφημα δεν έχει τις ρίζες του στη Κύπρο αλλά στους Σεφαραδίτες Εβραίους της Ελλάδας οι οποίοι το έπιναν κατά τη νηστία του Γιόμ Κιπούρ (Ημέρα του Εξιλασμού). Οι Σεφαραδίτες Εβραίοι της Ελλάδας μηλούσαν μια γλώσσα γνωστή ως Λαντίνο, και ονόμαζαν αυτό το τονοτικό ποτό «πεπιτάδα» λέξη που σημαίνει «φτιαγμένο από σπόρους φρούτων». Εκτός από ένα θρεπτικό και τονωτικό ρόφημα, η παννάδα ή αλλιώς πεπιτάδα, είναι ένα υπέροχο αναψυκτικό για τις ζεστές μέρες.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, η πεπιτάδα, αυτό το εβραϊκό σεφαραδίτικο γαλακτώδες ρόφημα που παρασκευάζεται από σπόρους πεπονιού ήταν επίσης γνωστό και στους Έλληνες χριστιανούς της Ρόδου, της πόλης των Χανίων στη Κρήτη, και της Θεσσαλονίκης. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι τα Χανιά ήταν από πολύ παλιά έδρα της εβραϊκής κοινότητας των Ρωμανιωτών και δεν ήταν Σεφαραδίτες. Ωστόσο, η πεπιτάδα ήταν γνωστή στους Χριστιανούς των Χανίων ως τονωτικό αναψυκτικό. Όμως η πραγματική πατρίδα της πεπιτάδα ήταν η Ρόδος, και ήταν το σπεσιαλιτέ των Σεφαραδιτών Εβραίων του νησιού.  Είναι πολύ πιθανόν το ρόφημα αυτό να μεταφέρθηκε στη Κύπρο από τη Ρόδο, και από πεπιτάδα έγινε παννάδα. Είναι κρίμα που σήμερα δεν παρασκευάζεται πια ούτε από τους Χριστιανούς Έλληνες της Ελλάδας, αλλά ούτε από τους Κυπρίους.
Γιά όσους επιθυμούν να αναβιώσουν αυτό το ωφέλιμο στη υγεία και δροσιστικό παραδοσιακό ρόφημα, σας παραθέτουμε τη σηνταγή με λεπτομερείς οδηγίες εκτέλεσης:


Σερβίρισμα για 3 άτομα

Σπόρους από 4-6 πεπόνια (= περίπου 1 φλιτζάνι του τσαγιού αποξηραμένους σπόρους)
2 λίτρα κρύο νερό
1/4 φλιτζάνι τσαγιού ζάχαρη (μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και μέλι)
Λίγες σταγόνες ροδόνερο
Οι σπόροι πεπονιού αποθηκεύονται για αρκετές εβδομάδες πριν από τη χρήση τους. Πλύνετε προσεκτικά τους σπόρους σε ένα σουρωτήρι, φροντίζοντας να αφαιρέσετε όλη τη σάρκα του πεπονιού. Αφήστε τους σπόρους να στεγνώσουν στον αέρα σε ένα χάρτινο πιάτο κατά τη διάρκεια της νύχτας (ή μέχρι να στεγνώσει εντελώς).
Ψήστε τους σπόρους σε ένα τηγάνι ή σάτζιη για 5 λεπτά, παρακολουθώντας στενά έτσι ώστε να μην καούν. Ανακατέψτε τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.
Τοποθετήστε τους σπόρους σε έναν επεξεργαστή τροφίμων ή μπλέντερ. Παλιά τους κοπάνιζαν σε κτιν (γουδί).
Αλέστε έως ότου οι σπόροι γίνουν ένα μείγμα σαν αλεύρι.
Τοποθετήστε το μείγμα από αλεσμένους σπόρους σε μία κουρούκλα ή τουλπάνι, συγκεντρώνοντε το μείγμα ως μια μπάλα και στερεώστε το ύφασμα με ένα λαστιχάκι.
Τοποθετήστε την μπάλα από το μείγμα σε μια μεγάλη μαγείρισσα (κατσαρόλα) και γεμίστε την με περίπου 2 λίτρα κρύο νερό.
Αφήστε το να φουσκώσει για περίπου 10 - 15 λεπτά. Αρχίστε τη συμπίεση του νερού μέσα από το πανί.
.
Το υγρό θα αρχίσει να παίρνει μία γαλακτώδες μορφή. Μπορείτε να το αφήσετε να φουσκώνει κατά τη διάρκεια της νύχτας, ή να συνεχίσετε να συμπιέζετε το νερό μέσα από το ύφασμα για 15 - 20 λεπτά. Όσο περισσότερο φουσκώσει, τόσο παχύτερο/πλουσιότερο και γαλακτώδες το υργό γίνεται.
Προσθέστε στο «γάλα» τη ζάχαρη ή το μέλι και το ανθόνερο και ανακατέψετε καλά. Ρυθμίστε ανάλογα με το γούστο. Σερβίρεται παγωμένο. Αυτό το υπέροχο ρόφημα λοιπόν είναι η παννάδα και με αυτό το τρόπο παρασκευάζεται.